|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο character παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: round
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | character n | (fiction, theatre: person) (λογοτεχνία: άτομο) | ήρωας, ηρωίδα ουσ αρσ, ουσ θηλ | | | (και για τα δύο γένη) | χαρακτήρας | | | This play has well-written characters. | | | Αυτό το έργο έχει καλογραμμένους χαρακτήρες. | | character n | (moral quality) | χαρακτήρας ουσ αρσ | | | The character of my employees is important to me. | | | Ο χαρακτήρας των υπαλλήλων μου είναι σημαντικός για μένα. | | character n | (writing symbol) (σύμβολο γραφής) | χαρακτήρας ουσ αρσ | | | Each written character represents a sound. | | | Κάθε γραπτός χαρακτήρας αντιπροσωπεύει έναν ήχο. | | character n | (computers: any symbol) | χαρακτήρας ουσ ουδ | | | | σύμβολο ουσ ουδ | | | The screen was filled with random characters. | | | Η οθόνη γέμισε με τυχαία σύμβολα. | | character n | informal (person) (καθομιλουμένη) | τύπος, τύπισσα ουσ αρσ, ουσ θηλ | | | (αργκό) | τυπάς | | | I don't know what that character's doing, but I am next in line! | | | Δεν ξέρω τι κάνει αυτός ο τύπος, αλλά εγώ είμαι η επόμενη στη σειρά! | | character n | informal (odd person) (ανεπίσημο) | μορφή ουσ θηλ | | | Old Man Jenkins is quite a character. | | | Ο Γερο-Τζένκινς είναι ιδιαίτερη μορφή. |
| Επιπλέον μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | character n | (nature) | χαρακτήρας, τύπος ουσ αρσ | | | | φύση ουσ θηλ | | | It's not in his character to tell lies. | | character n | (reputation) | υπόληψη, τιμή ουσ θηλ | | | | φήμη ουσ θηλ | | | (μεταφορικά) | όνομα, πρόσωπο ουσ ουδ | | | His unjustified accusations have damaged my character! | | character n | (thing: special qualities) (μεταφορικά) | χαρακτήρας ουσ αρσ | | | | προσωπικότητα ουσ θηλ | | | I love this piano; it has a lot of character! |
| Σύνθετοι τύποι: | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | build character vtr + n | (reinforce moral values) | φτιάχνω χαρακτήρα περίφρ | | cartoon character n | (in comic, animation) | χαρακτήρας κινουμένων σχεδίων περίφρ | | | (καθομιλουένη, μτφ) | καρτούν ουσ ουδ άκλ | | | Bugs Bunny, Mickey Mouse and Popeye are all cartoon characters. | | character actor n | (plays quirky roles) | ηθοποιός που υποδύεται εκκεντρικούς χαρακτήρες | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει αντίστοιχος όρος. | | | Thom aspired to be a character actor, not a lead. | | character string n | (sequence of symbols) | στοιχειοσειρά χαρακτήρων περίφρ | | | | σειρά χαρακτήρων, ακολουθία χαρακτήρων περίφρ | | | Computer programmers must distinguish character strings from numbers. | | character trait n | (behavioural characteristic) (για συμπεριφορά ατόμου) | στοιχείο χαρακτήρα, γνώρισμα χαρακτήρα περίφρ | | | | χαρακτηριστικό ουσ ουδ | | | He has a lot of nasty character traits. | | character witness n | (court: testifier) | μάρτυρας χαρακτήρα φρ ως ουσ αρσ/θηλ | | | | μάρτυρας ήθους φρ ως ουσ αρσ/θηλ | | | The character witness testified that the doctor was honest. | | character-driven adj | (fiction: reliant on character) (πλοκή μυθιστορήματος) | καθοδηγούμενος από τους χαρακτήρες περίφρ | | | | εξαρτώμενος από τους χαρακτήρες περίφρ | | | | character-driven επίθ άκλ | colorful character (US), colourful character (UK) n | figurative (outgoing or eccentric person) | πληθωρικός χαρακτήρας επίθ + ουσ αρσ | | | | εξωστρεφής τύπος, κοινωνικός τύπος επίθ + ουσ αρσ | | | | έντονος χαρακτήρας επίθ + ουσ αρσ | | in character adj | (actor: as if playing a role) | που έχει μπει στο πετσί του ρόλου έκφρ | | in character adv | (actor: as if playing a role) | στο πετσί του ρόλου έκφρ | | in character adj | (typical of [sb]) | του χαρακτήρα μου έκφρ | | | | χαρακτηριστικός επίθ | | in character adv | (in a typical way) | χαρακτηριστικά επίρ | | main character n | (protagonist) | πρωταγωνιστής, πρωταγωνίστρια ουσ αρσ, ουσ θηλ | | | (μεταφορικά) | ήρωας, ηρωίδα ουσ αρσ, ουσ θηλ | | | Willy Loman is the main character of the play Death of a Salesman. | | | Ο Γουίλι Λόμαν είναι ο ήρωας του θεατρικού έργου «Ο Θάνατος του Εμποράκου». | | OCR n | initialism (optical character recognition) | OCR ουσ ουδ άκλ | | out of character expr | (not typical of [sb]) | ασυνήθιστος για κπ έκφρ | | | | που δεν συνάδει με τον χαρακτήρα κπ περίφρ | | | Ivan is usually such a mild-mannered guy; that outburst was totally out of character. | | specific character n | (distinguishing qualities) | ιδιαίτερος χαρακτήρας έκφρ | | stock character | (recognizable character) | αναγνωρίσιμος χαρακτήρας επίθ + ουσ αρσ |
|
|